img1 img2 img3 img5flare

Οι ωοθήκες και η λειτουργία τους

Οι ωοθήκες είναι γεννητικοί αδένες οι οποίοι εντοπίζονται εκατέρωθεν της μήτρας. Στη στήριξη των ωοθηκών συμβάλλει το

περιτόναιο. Όπως η μήτρα, οι σάλπιγγες  κι ο κόλπος, οι ωοθήκες αποτελούν εσωτερικά γεννητικά όργανα του γυναικείου οργανισμού. Οι δύο σημαντικές λειτουργίες των ωοθηκών είναι η παραγωγή ωαρίων και ορμονών. Κατά τη διάρκεια της ωορρηξίας  τα ωάρια μεταναστεύουν μέσω της σάλπιγγας προς τη μήτρα.  Σε περίπτωση που το ωάριο γονιμοποιηθεί από ένα σπερματοζωάριο, εγκαθίσταται στη μήτρα και στη συνέχεια θα εξελιχθεί σε έμβρυο .

Η δεύτερη σημαντική λειτουργία των ωοθηκών είναι ενδοκρινική. Οι ωοθήκες παράγουν γυναικείες ορμόνες. Αυτές περιλαμβάνουν οιστρογόνα, προγεστερόνη αλλά και ανδρογόνα. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο οι ωοθήκες επηρεάζουν  καθοριστικά την ορμονική ισορροπία της γυναίκας. Κατά τη διάρκεια της κλιμακτηρίου, η ορμονική λειτουργία των ωοθηκών καταστέλλεται. Έτσι, έχουμε την έναρξη της εμμηνόπαυσης η οποία μπορεί να σηματοδοτηθεί από κάποια παροδικά συμπτώματα όπως μη τακτικές περίοδοι, εξάψεις ή μεταβολές στη διάθεση.

Kαρκίνος ωοθηκών – Αίτια – Συχνότητα

Ο καρκίνος των ωοθηκών είναι η δεύτερη πιο συχνή κακοήθης ασθένεια που πλήττει τα γυναικεία αναπαραγωγικά όργανα. Χαρακτηριστική είναι η εμφάνιση του καρκίνου των ωοθηκών σε γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας. Κατά μέσο όρο εμφανίζεται σε ηλικίες άνω των 50 ετών. Αυτό δεν σημαίνει ωστόσο ότι και γυναίκες μικρότερης ηλικίας δεν μπορούν να νοσήσουν.

Τα ακριβή αίτια εμφάνισης καρκίνου των ωοθηκών δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί οριστικά. Γνωστοί ωστόσο είναι ορισμένοι παράγοντες κινδύνου, όπως η αυξανόμενη ηλικία, συγκεκριμένες διατροφικές συνήθειες, η στειρότητα και η ατεκνία καθώς και περιβαλλοντικές επιδράσεις, οι οποίοι μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο. Αντιθέτως πιστεύεται ότι ο αυξημένος αριθμός κυήσεων αλλά και η μακρόχρονη λήψη αντισυλληπτικών  συνδέονται  με μειωμένη συχνότητα εμφάνισης της νόσου κι ως εκ τούτου μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισής της.

Ορισμένες γονιδιακές μεταλλάξεις μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τον κίνδυνο εκδήλωσης καρκίνου των ωοθηκών. Συγκεκριμένα, γυναίκες οι οποίες φέρουν το γονίδιο BRCA-1 ασθενούν πολύ συχνότερα από καρκίνο μαστού ή καρκίνο ωοθηκών απ΄ ότι  αυτές οι οποίες δεν το φέρουν. H ύπαρξη του γονιδίου BRCA-2 καταδεικνύει την κληρονομική προδιάθεση μιας γυναίκας. Σε αυτή την περίπτωση ωστόσο, ο κίνδυνος εμφάνισης καρκίνου ωοθηκών είναι μικρότερος, από αυτόν που παρατηρείται σε γυναίκες φορείς του γονιδίου BRCA-1.

Συμπτώματα

H νόσος κυρίως στα πρώιμα στάδια μπορεί να μην προξενεί καμία ενόχληση. Παρ΄ όλα αυτά υπάρχουν αρκετά ασαφή πρώιμα συμπτώματα που μπορούν να αποτελούν ενδείξεις καρκίνου και οφείλουν να διερευνηθούν. Μη διστάσετε να απευθυνθείτε άμεσα στον ιατρό σας, σε περίπτωση που παρατηρήσετε ένα ή και περισσότερα από τα ακόλουθα συμπτώματα:

  • Έντονη καθώς κι επίμονη αιμορραγία πέραν αυτής της περιόδου ή μετά την κλιμακτήριο
  • Ξαφνική ανεξήγητη απώλεια βάρους
  • Στομαχικό άλγος ή πεπτικές διαταραχές
  • Γενικότερη κόπωση κι εξάντληση
  • Διάταση της κοιλιάς

Φυσικά, η εμφάνιση των προαναφερθέντων συμπτωμάτων ή ενοχλήσεων μπορεί να οφείλεται και σε λιγότερο επικίνδυνα αίτια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι πολύ πιο συχνά εμφανιζόμενες πολυκυστικές ωοθήκες. Ωστόσο ή άμεση εξακρίβωση της αιτίας των συμπτωμάτων που παρατηρούνται συνιστάται σε κάθε περίπτωση καθ΄ ότι όσο νωρίτερα ανιχνεύεται το ωοθηκικό καρκίνωμα, τόσο καλύτερα μπορεί τελικώς να αντιμετωπιστεί. Κατά τον ετήσιο έλεγχο των ωοθηκών ο οποίος συνιστάται σε γυναίκες ηλικίας άνω των 50 ετών, γίνεται χρήση διακολπικού υπερηχογραφήματος.

Διάγνωση

Μια διευρυμένη ωοθήκη μπορεί πολύ συχνά να ψηλαφηθεί από τον γυναικολόγο σας. Το σώμα της μήτρας καθώς και οι ωοθήκες ψηλαφώνται μέσω του κοιλιακού τοιχώματος. Ο τράχηλος διαμέσου του κόλπου και του ορθού. Πρόκειται για τη λεγόμενη αμφίχειρη ψηλάφηση. Aκολουθεί μια ορθοκολπική ψηλαφητική εξέταση καθώς και η ψηλάφηση των λεμφαδένων.
Στις περισσότερες περιπτώσεις διενεργείται επίσης ένα υπερηχογράφημα τόσο ενδοκολπικά όσο και κοιλιακά.

Οι ανώδυνοι αυτοί τρόποι εξέτασης δυστυχώς δεν επαρκούν πάντοτε, ώστε να έχουμε μια βέβαιη διάγνωση. Περαιτέρω διαγνωστικές μέθοδοι όπως η μαγνητική τομογραφία (MRI), η αξονική τομογραφία (CT),  καθώς και η ύπαρξη συγκεκριμένων καρκινικών δεικτών στο αίμα (κυρίως του CA-125) μπορούν να παράσχουν επιπλέον ενδείξεις.

Σε κάθε περίπτωση οι ιστοπαθολογικές εξετάσεις είναι καθοριστικές. Εφόσον υπάρχει υποψία καρκίνου των ωοθηκών συχνά πραγματοποιείται μια λαπαροσκοπική εξέταση ή μια λαπαροτομία δηλαδή μια ανοιχτή εγχείρηση στην κοιλιακή χώρα. Κατά τη διάρκεια της χειρουργικής επέμβασης λαμβάνεται ιστός οποίος στη συνέχεια εξετάζεται ιστολογικά. Σε περίπτωση που ο ιστολογικός έλεγχος επιβεβαιώσει την αρχική υποψία, η επέμβαση συνεχίζεται κι ο όγκος αφαιρείται πλήρως.

Κατά τη διάρκεια της επέμβασης ορίζεται ο βαθμός εξάπλωσης του όγκου. To σύστημα σταδιοποίησης του καρκίνου των ωοθηκών όπως κι άλλων γυναικολογικών καρκίνων,  βασίζεται στην κλινική ταξινόμηση παραγόντων TNM (T: πρωτοπαθής όγκος, Ν: επιχώριοι λεμφαδένες, M: απομακρυσμένες μεταστάσεις) Παράλληλα ένας όγκος μπορεί να ταξινομηθεί και να χαρακτηριστεί  βάσει του λεγόμενου συστήματος κατηγοριοποίησης FIGO.

Θεραπεία

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να αφαιρείται χειρουργικά ολόκληρος ο όγκος καθώς κι ο περιβάλλων ιστός. Συχνά αφαιρούνται οι ωοθήκες, η μήτρα, μέρος του περιτοναίου, το μείζον επίπλουν, καθώς και λεμφαδενικός ιστός προς τα μεγάλα αγγεία. Σπανιότερα καθίσταται αναγκαία αφαίρεση μέρους του παχέος εντέρου. Το εύρος της χειρουργικής επέμβασης συχνά δεν μπορεί να προβλεφθεί με απόλυτη ακρίβεια . Συνήθως έρχεται στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια της επέμβασης.
 
Σε ένα πρώιμο στάδιο καρκίνου των ωοθηκών η χειρουργική επέμβαση διενεργείται λαπαροσκοπικά. Κατ΄αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται μια μεγάλη τομή στην κοιλιακή χώρα και η ανάρρωση είναι ταχύτερη. Η κατάψυξη των ωοκυττάρων ή ωοθηκικού ιστού μπορεί να χρησιμεύσει ώστε να επιτευχθεί μια επακόλουθη κύηση.

Η μετεγχειρητική θεραπεία περιλαμβάνει συχνά χημειοθεραπεία. Με τη βοήθεια αναστολέων κυτταρικής ανάπτυξης – των λεγόμενων κυτταροστατικών φαρμάκων – επιτυγχάνεται η παρεμπόδιση της διαίρεσης καθώς και η καταστροφή όλων των καρκινικών κυττάρων που έχουν απομείνει και βρίσκονται ακόμη στον οργανισμό της ασθενούς. Η διάρκεια της χημειοθεραπείας στην περίπτωση ωοθηκικού καρκίνου είναι συνήθως 4 μήνες. Τα φάρμακα τα οποία χορηγούνται προσαρμόζονται στην εξατομικευμένη κλινική εικόνα της ασθενούς και την εξάπλωση του όγκου.
 
Σε περίπτωση που ο καρκίνος υποτροπιάσει και η νόσος επανεμφανιστεί μετά από ορισμένο χρονικό διάστημα, ενδεχομένως θα χρειαστεί μια δεύτερη επέμβαση καθώς κι επιπλέον φαρμακευτική αγωγή.  Σε μια τέτοια περίπτωση κυρίαρχος στόχος είναι η αντιμετώπιση των συμπτωμάτων καθώς κι ο περιορισμός περαιτέρω ανάπτυξης του όγκου.
Η αφαίρεση των ωοθηκών σε νέες ασθενείς οδηγεί στην πρόωρη έναρξη της εμμηνόπαυσης. Κατα συνέπεια ενδεχομένως να εμφανιστούν τα τυπικά συμπτώματα εμμηνόπαυσης όπως για παράδειγμα εξάψεις, διαταραχές ύπνου κι  αλλαγές στην ψυχική διάθεση. Οι ενοχλήσεις ωστόσο μπορούν να αντιμετωπιστούν καλά με τη λήψη κατάλληλων φαρμάκων.

Αποθεραπεία

Η τακτική επίσκεψη του ιατρού, όπως και η συχνή παρακολούθηση της γενικότερης κατάστασης της ασθενούς, ιδίως μετά την πρώτη φάση της θεραπείας είναι ιδιαίτερα σημαντική. Με αυτό επιτυγχάνεται η άμεση αντιμετώπιση τυχόν συνοδευτικών συμπτωμάτων ή και ασθενειών. Ταυτόχρονα αυξάνονται και οι πιθανότητες να ανιχνευτεί έγκαιρα μια ενδεχόμενη υποτροπή της νόσου.

Εφόσον είναι εφικτό, η ασθενής θα πρέπει να επιστρέψει σύντομα στην καθημερινότητά της και να ομαλοποιήσει τόσο την κοινωνική όσο και την επαγγελματική της ζωή. Αυτό θα καταστήσει ακόμη πιο εύκολη την αντιμετώπιση της νόσου. Τα μέλη της οικογένειας, ο σύντροφος, άνθρωποι του κοινωνικού περίγυρου ή ακόμη κι ο γυναικολόγος μπορούν να βοηθήσουν.